δύστηκτος
δύστηκτος, hard to melt
δύσ-τηκτος, ον, (τήκω)
- hard to melt, Hp. Alim. 51, Plu. QConv. 2.701b.
que se funde o derrite con dificultad, insoluble en fisiol. ref. órganos y partes del cuerpo
τὰ γεγυμνασμένα
τὰ σπέρματα
πιμελή
σάρκες
τὸ μίσυ
ὁ ἀὴρ ... τὰ δύστηκτα καὶ πεπηγότα μόρια τῆς χιόνος διέλυσε
δύσ·τηκτος, ος, ον, qui fond difficilement, Hpc. 383, 16 au cp. -ότερος.
Étym. δ. τήκω.
δύστηκτος, schwer zu schmelzen, Hippocr., Plut.