δύστανος
δύστανος, wretched
δύστανος, v. δύστηνος.
δύστανος, [ᾱ], dor. = δύστηνος.
δύστᾱνος
- 1wretched μόχθον ἄλλοις ἀμφέπει δύστανον ἐν τείχεσιν of a felled oak P. 4.268