καινοσχημάτιστος
καινοσχημάτιστος, newly
καινο-σχημάτιστος, ον,
- newly or strangely formed, Eust. 141.32.
καινοσχημάτιστος, = καινοσχήμων, Eust. 141.31.
καινοσχημάτιστος, newly