καινόσπουδος
καινόσπουδος, fond of novelty
καινό-σπουδος, ον,
- fond of novelty, τὸ περὶ τὰς νοήσεις κ. Longin. 5.1.
καινό·σπουδος, ος, ον, qui recherche le nouveau ; subst. τὸ καινόσπουδον, Lgn 5, 1, recherche du nouveau.
Étym. κ. σπουδή.
καινόσπουδος, neuerungssüchtig, τὸ κ., die Neuerungssucht, Longin. 5.1.