καινότης
καινότης, newness, freshness
καινότης, ητος, ἡ,
- newness, freshness, Plu. Per. 13; αἱ τῶν δερμάτων -τητες Philostr. Ep. 18.
- 2 novelty, λόγου Th. 3.38; τῶν εὑρημένων Isoc. 10.2; χρὴ γὰρ εἰς ὄχλον φέρειν . . ὅσʼ ἄν τις καινότητʼ ἔχειν δοκῇ Anaxandr. 54.6; ἡ ἐν τοῖς σχηματισμοῖς κ. D.H. Amm. 2.3: pl., καινότητες novelties, Isoc. 2.41; αἱ κ. καὶ αἱ ὑπερβολαὶ τῶν τιμῶν D.C. 44.3.
καινότης, ητος (ἡ)
1 nouveauté, fraîcheur, Plut. Per. 13 ; Philstr. 922 ||
2 nouveauté, singularité, Thc. 3, 38 ; Isocr. 208b ; souv. au pl. Isocr. 23a ; DC. 44, 3.
Étym. καινός.
καινότης, ητος, ἡ, Neuheit ; plur., Isocr. 2.41 ; Ath. III.99c ; oft Plut., bes. mit dem Nebenbegriffe des Ungewöhnlichen, Mar. 61 ; αἱ καινότητες καὶ ὑπερβολαὶ τῶν τιμῶν DC. 44.3.
Strong 2538
1. novelty (Thuc., Isocr., LS, s.v.).
2. freshness, newness: ἐν κ. ζωῆς (v. Lft., Notes, 296), Ro 6:4; ἐν κ. πνεύματος, Ro 7:6.†
καινότης, ητος,
καινός
- 1newness, freshness, Plut.
- 2novelty, Thuc., etc.