καινούργιος
καινούργιος, newly made
καινούργ-ιος, α, ον,
- newly made, Sammelb. 7033.44 (V A.D.), Gloss.; Χύτρα Aët. 8.6.
καινούργιος, α, ον, nouveau, Aét. 8, 6, p. 150b, 50.
Étym. cf. le suiv.