κακόνωτος
κακόνωτος, with foul back
κᾰκό-νωτος, ον,
- with foul back, of fish, Antiph. 129.7.
κακό·νωτος, ος, ον [ᾰ] au dos difforme, hideux, Antiph. (Ath. 304a).
Étym. κ. νῶτος.
κακόνωτος, with foul back