κακονόητος Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰκο-νόητος, ον, = κακόνοος, Polem.Phgn. 10. κακονόητος, ος, ον [ᾰ] malveillant, Polém. Physiogn. p. 200. Étym. κακονοέω. κακονόητος, böswillig, Sp.