κακοπατρίδης
κακοπατρίδης, base-born
κᾰκο-πατρίδης, ου, Aeol. -ας, α, ὁ,
- base-born (cf. εὐπατρίδης), prob. in Alc. Supp. 28.11; cf. sq. [κακόπατρις]