κακόμουσος
κακόμουσος, unmusical
κᾰκό-μουσος, ον,
- unmusical, χορεία Sch. E. Ph. 786 (Sup.).
κακόμουσος, = ἄμουσος, Schol. Eur. Phoen. 797.
κακόμουσος, unmusical