κακόμοιρος
κακόμοιρος, ill-fated
κᾰκό-μοιρος, ον,
- ill-fated, ὠδῖνες AP 7.375 (Antiphil.), cf. Maiuri Nuova Silloge 630.
κακό·μοιρος, ος, ον [ᾰ] malheureux, Anth. 7, 375.
Étym. κ. μοῖρα.
κακόμοιρος, von bösem Geschick, unglücklich, ὠδῖνες Antiphil. 40 (VII.375).
κακόμοιρος
κᾰκό-μοιρος, ον
μοῖρα
- ill-fated, Anth.