κακόπλαστος
κακόπλαστος, illconceived
κᾰκό-πλαστος, ον,
- ill-conceived, Hermog. Stat. 1.1. Adv. -τως Tz.ad Lyc. 805.
κακό·πλαστος, ος, ον [κᾰ] mal formé, mal imaginé, Hermog. (W. 3, 7) ; Sopater (W. 5, 72) ; Chrys. 4, 516.
Étym. κ. πλαστός.
κακόπλαστος, schlecht gebildet, ersonnen, Rhett.