κακοπετής Save Bailly 2024 Pape κακο·πετής, ής, ές [ᾰ] qui vole mal, Arstt. H.A. 9, 15, 3. Étym. κ. πέτομαι. κακοπετής, ές, schlecht fliegend, Arist. H.A. 9.15.