κακοπραγμοσύνη
κακοπραγμοσύνη, evil-doing
κᾰκοπρᾱγ-μοσύνη, ἡ,
- evil-doing, Democr. 297, D. 25.101, Plb. 4.23.8, al., Phld. Acad.Ind. p.54 M.
κακοπραγμοσύνη, ης (ἡ) [κᾰ] méchanceté, Dém. 800, 17 ; Pol. 4, 23, 8, etc.
Étym. κακοπράγμων.
κακοπραγμοσύνη, ἡ, Arglist, Tücke ; Dem. 25.101 ; Pol. 4.23.8 u. öfter.