κατάπληκτος
κατάπληκτος, astonishing
κατά-πληκτος, ον,
- astonishing, f.l. for foreg., D.S. 31.8.
κατάπληκτος, ος, ον, étonnant, ou effrayant, DS. Exc. Vat. p. 645, 56.
Étym. καταπλήσσω.