κοιλώπης
κοιλώπης, hollow-eyed
κοιλ-ώπης, ες,
- hollow-eyed, κοιλώπεες αὐγαί hollow eyes, Nic. Al. 442:—fem. κοιλ-ῶπις, ιδος, in general sense, = sq., πέτρα AP 6.219.5 (Antip.).
κοιλ·ώπης, ης, ες, aux yeux creux, enfoncés, Nic. Al. 442.
Étym. cf. κοιλωπός.
κοιλώπης, ες, = κοιλωπός, Nic. Al. 442 αὐγαί.
κοιλώπης, ες
ὤψ
- hollow-eyed: fem. κοιλῶπις, ιδος, Anth.