κοιλόω
κοιλόω, hollow out
κοιλ-όω,
- hollow out, in Pass., κεκοιλωμένον ἔδαφος Dsc. 3.48; τὰ κεκοιλωμένα τῆς πέτρας D.S. 3.13.
κοιλόω-ῶ, creuser, Diosc. 2, 199.
Étym. κοῖλος.
κοιλόω, hohl machen, aushöhlen, Diosc.