κοιλώδης
κοιλώδης, hollow-like, cavernous
κοιλ-ώδης, ες,
- cavernous, φάραγξ Babr. 20.2; δίφροι Suid. s.v. χαμαίζηλοι.
κοιλώδης, ης, ες, caverneux, Babr. 20, 2.
Étym. κοῖλος, -ωδης.
κοιλώδης, ες, mit Vertiefungen, Suid.
κοιλώδης
κοιλ-ώδης, ες
εἶδος
- hollow-like, cavernous, φάραγξ Babr.