About
Menu

πάροινος

πάροινος, drunk

πάροιν-ος, ον,
  • = παροινικός, Pratin.Lyr. 1.8. Lys. 4.8, Antiph. 146, etc.; μάχαι π. Anacreont. 40.12;τὸ σὸν π. Men. Pk. 444. Adv. -νως Poll. 6.21.
    • II = παροίνιος II, ὄρχησις Ath. 14.629e.

Saved

Recent