Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παροιμιακῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
παροδοιπόρος
παροδοποιέω
πάροδος
παροδοῦμαι
παροδύρομαι
παροδώτης
παροίγνυμι
παροίγω
παροιδαίνω
παροιδέω
παροίδησις
παροιδίσκομαι
παροιδίσκω
πάροιθ
πάροιθα
πάροιθε
πάροιθεν
παροικεσία
παροικέω
παροίκησις
παροικία
παροικίζω
παροικικός
παροικίς
παροικοδομέω
παροικοδόμημα
πάροικος
παροιμία
παροιμιάζω
παροιμιακός
παροιμιακῶς
παροιμιαστής
παροιμιογράφος
παροίμιον
παροιμιώδης
πάροιμος
παροινέω
παροίνημα
παροινία
παροινιάζω
παροινικός
παροίνιος
πάροινος
παροινοχοέω
πάροιος
παροισθείς
παροιστράω
παροίστρησις
παροιστρίζω
πάροιστρος
παροίτατος
παροίτερος
παροιτέρω
παροίχησις
παροιχνεύω
παροιχνέω
παροίχομαι
παροκλάζω
παροκωχή
παρολιγωρέω
παρολιγωρητέον
…
παροιμιακῶς
Save
Bailly 2024
παροιμιακῶς,
adv.
proverbialement,
Str.
497 ;
Anth.
9, 379
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}