παροικίς
παροικ-ίς, ίδος, f.l. for περιοικίς, Str. 5.3.10.
παρ·οικίς, ίδος, adj. f. c. πάροικος, Str. 237.
παροικίς, ίδος, ἡ, bes. fem. zu πάροικος, Strab. 5.3.10 v.l. für περιοικίδες.
παροικίς, ίδος,
fem. of πάροικος, Strab.