Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πειθήνωρ
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πεζοπορέω
πεζοπορία
πεζοπόρος
πεζός
πεζότης
πεζοφανής
πεζοφορέω
πεζοφόρος
πεζόφορος
πεζῶς
πεῖ
Πεῖα
πεῖαρ
Πειθαγόρας
πειθανάγκη
πειθαναλογία
πειθάνιος
πειθανολογία
πειθανός
πειθάνωρ
πειθαρχέω
πειθάρχησις
πειθαρχία
πειθαρχικός
πείθαρχος
πείθημι
πειθήμων
πειθήνιος
πειθηνίως
πειθήνωρ
Πειθήνωρ
Πειθιάνασσα
Πειθίας
πειθοδικαιόσυνος
Πειθόλαος
Πειθόλας
πειθός
πείθω
πειθώ
Πειθώ
πεικαμμαί
πεικαμμαῖς
πείκετε
πεικός
πείκω
Πειλᾶτος
πεῖν
πεῖνα
πείνα
πειναλέος
πεινᾶντι
πεινατικός
πεινάω
πεινέω
πείνη
πεινήμεναι
πεινητικός
πεινήω
πεινώδης
πεινωλκός
πειόλης
…
Πειθήνωρ
Save
Bailly 2024
Πειθ·ήνωρ,
ορος
(
ὁ
) Peithènôr,
h.
Anth.
12, 64
.
Étym.
cf.
πειθάνωρ
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}