συκωρός
συκωρός, fig-watcher
σῡκ-ωρός, ὁ,
- fig-watcher, Poll. 7.140, 143, Phot.
- II = συκοφάντης, Sch. Ar. Pl. 874.
συκωρός, [ῡ], Feigen bewachend ; LXX ; Poll. 7.143.