σύκωμα Save LSJ Pape σῡκ-ωμα, ατος, τό, = σύκωσις, Gal. 14.778 (nisi leg. σάρκωμα), Sch. Ar. Ra. 1278. σύκωμα, [ῡ], τό, = σύκωσις, Schol. Ar. Ran. 1247.