συμπνευσμός
συμπνευσμός, conspiracy
συμπνευσμός, ὁ,
- = σύμπνοια, Hsch.; conspiracy, ἐπὶ ψευδολογίᾳ τινός J. AJ 17.12.2.
συμπνευσμός, οῦ (ὁ) c. συμπνέω, Jos. A.J. 17, 12, 2.
Étym. συμπνέω.
συμπνευσμός, ὁ, = σύμπνοια, Hesych.