συμπληρωματικῶς
συμπληρωματικῶς, by way of supplement
συμπληρ-ωματικῶς, Adv.
- by way of supplement, Sch. Od. 8.567ap.An.Par. 3.457, Eust. adD.P. 41.
συμπληρωματικῶς, by way of supplement