τελιάζω
τελιάζω, perform
τελιάζω, late spelling of *τελειάζω,
- perform, τὰς λοιπὰς φιλοτειμίας τελιάσαντα ἁγνῶς καὶ ἀμέμπτως OGI 485.13 (Magn. Mae.).