τέλθος
τέλθος, debt, payment due
τέλθος, εος, τό,
- debt, payment due, κομίζευ . . τ. ὀφειλόμενον Call. Lav.Pall. 106; τ. ἀπαιτησῶν ἑκατὸν βόας Id. Cer. 78.
τέλθος, εος-ους (τὸ) impôt, tribut, Call. L. Pall. 106, Cer. 77.
Étym. τέλος, cf. ἄχθος et ἄχος.
τέλθος, εος, τό, seltene poet. Form für τέλος, Callim. lav.Pall. 206, Cer. 77.