τροπολογία
τροπολογία, moralis intelligentia
τροπολογ-ία, ἡ, =
- moralis intelligentia, Gloss.
τροπο·λογία, ας (ἡ) langage figuré, Rhét. 3, 510 W.
Étym. cf. τρόπος, λόγος.
τροπολογία, ἡ, tropische, figürliche Rede, Suid.