Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροπίδιος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τροπαϊκόν
τρόπαιον
τροπαῖος
τρόπαιος
τροπαιουχέω
τροπαιούχημα
τροπαιουχία
τροπαιοῦχος
τροπαιοφορέω
τροπαιοφορία
τροπαιοφόρος
τροπαλίζω
τρόπαλις
τροπαλίς
τροπαλισμός
τροπαλλίς
τροπαλόν
τροπάομαι
τροπάω
τροπεῖον
τροπέω
τροπή
τροπήϊον
τρόπηλις
τροπηλίς
τρόπηξ
τροπίας
τροπίας οἶνος
τροπιδεῖον
τροπίδιον
τροπίδιος
τροπίζω
τροπικός
τροπικῶς
τρόπις
τροπολογέω
τροπολογία
τροπολόγος
τροπομάσθλης
τροπός
τρόπος
τροποφορέω
τροπόω
τροπωτήρ
τρούβλιον
τρούεται
τρούθιος
τρούλιον
τροῦλλα
τρουλλίον
τροῦλλος
τροῦροι
τροφά
τροφάλιον
τροφαλίς
τροφεία
τροφεῖα
τροφεῖον
τροφέοντο
τροφεύς
τροφεύω
…
τροπίδιος
Save
Pape
τροπίδιος
, ον,
zur τρόπις gehörig, geschickt, brauchbar
, ξύλον (?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}