About
Menu

τροφόεις

τροφόεις, well-fed

τροφό-εις, εσσα, εν, (τρέφω)
  • well-fed, stout, large, big, κύματά τε τροφόεντα Il. 15.621, Od. 3.290 (v. τροφέω).

Saved

Recent