Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροφιόομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρούβλιον
τρούεται
τρούθιος
τρούλιον
τροῦλλα
τρουλλίον
τροῦλλος
τροῦροι
τροφά
τροφάλιον
τροφαλίς
τροφεία
τροφεῖα
τροφεῖον
τροφέοντο
τροφεύς
τροφεύω
τροφέω
τροφή
τρόφημα
τροφητικός
τρόφι
τροφιά
τροφίας
τροφικός
τροφιμαῖος
τρόφιμος
Τρόφιμος
τροφιμότης
τρόφιον
τροφιόομαι
τρόφιος
τροφιοῦται
τρόφις
τροφῖτις
τροφιώδης
τροφόεις
τροφοποιός
τροφός
τροφοσαρκωτική
τροφοφορέω
τροφοφόρος
τροφώ
τροφώδης
Τροφωνιάδαι
Τροφώνιος
τροχαδάριος
τροχάδην
τροχάδια
τροχάζω
τροχαιειδής
τροχαιϊκός
τροχαϊκός
τροχαιοειδής
τροχαῖος
τροχαιοχόρειος
τροχαιοχορεῖος
τροχαϊσμός
τροχαλεῖον
τροχάλειον
τροχαλία
…
τροφιόομαι
Save
Pape
τροφιόομαι
, erkl. Hesych. παχύνομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}