τροφοποιός
τροφοποιός, rearing, bringing up
τροφο-ποιός, όν,
- rearing, bringing up, ὀρνίθων Man. 4.244.
τροφο·ποιός, οῦ (ὁ) qui nourrit, qui élève, gén. Man. 4, 244.
Étym. τροφή, ποιέω.
τροφοποιός, ὀρνίθων, Vögel aufziehend, Maneth. 4.244.