τρόφημα Save LSJ Bailly 2024 Pape τρόφ-ημα, ατος, τό, f.l. for ῥυφ-, Hp. Fist. 7; for ῥοφ-, Cael.Aur. TP 4.8 (both pl.). τρόφημα, ατος (τὸ) nourriture, aliment, Hpc. 887f. Étym. τρέφω. τρόφημα, τό, Nahrung, Speise, Hippocr.