ἀκατάτρητος
ἀκατάτρητος, not pierced
ἀκατά-τρητος, ον,
- not pierced, ὀστοῦν Gal. UP 9.13.
medic. no atravesado
ὀστοῦν
ἀ·κατάτρητος, ος, ον, non percé, Gal. 4, 522.
Étym. ἀ, κατατιτραίνω.
ἀκατάτρητος, nicht durchbohrt, Galen.