ἀκατάτριπτος
ἀκατάτριπτος, inexhaustible
ἀκατά-τριπτος, ον,
- inexhaustible, Plb. 3.89.9; not wearing out, Gal. UP 1.15.
1 inagotable
ἀκατάτριπτα χορήγια καὶ χειρῶν πλῆθος
2 sin desgaste
εὐκίνητός τε ἅμα καὶ ἀ. ἅπασα διάρθρωσις τῶν ὀστῶν
• incólume
γλῶττα
3 inextricabilis, Gloss.2.81.
ἀ·κατάτριπτος, ος, ον, qui ne peut s’user, inépuisable, Pol. 3, 89, 9.
Étym. ἀ, κατατρίβω.
ἀκατάτριπτος, nicht zu verzehren, χορηγία Polyb. 3.89.9 ; Sp.