ἀκαταστόχαστος
ἀκαταστόχαστος, not conjectural
ἀκατα-στόχαστος,
- not conjectural, πράγματα Phld. Rh. 2.274 S. (dub.), cf. Suid.
astr. no conjetural
πράγματα
glos. a ἀτέκμαρτον
ἀκαταστόχαστος, nicht zu erraten, B.A. 458.