ἀκατασκόπητος Save DGE Bailly 2024 ἀκατασκόπητος -ον que no se puede mirar, cegador αὐγή Gr.Naz.M.37.510. ἀ·κατασκόπητος, ος, ον, dont on ne peut soutenir la vue, Naz. 3, 510 Migne. Étym. ἀ, κατασκοπέω.