ἀκατάσκοπος
ἀκατά-σκοπος, ον,
- gloss on ἀνώϊστος, Sch. Opp. C. 4.101.
1 poco claro, oscuro
σχῆμα
2 sin falta, perfecto
δικαιοσύνην ... ἄμωμόν τε καὶ ἀκατάσκοπον
ἀ·κατάσκοπος, ος, ον, qui n’attire pas les regards, Clém. 1, 657 Migne.
ἀκατάσκοπος, unüberlegt, Sp.