ἀνεπικόριστος Save DGE Pape ἀνεπικόριστος· ἀράπιστος. ἀνύβριστος Hsch. (graf. ἀνεπικόρρ-) cf. EM 103.35G. ἀνεπικόριστος, nach EM. = ἀνύβριστος.