ἀπείλημα
ἀπείλημα, threat
ἀπείλ-ημα, ατος, τό,
- = ἀπειλή, S. OC 660 (pl.).
amenaza S.OC 660.
ἀπείλημα, ατος (τὸ) menace, Soph. O.C. 660 (ἀπειλέω 1).
ἀπείλημα, τό, = ἀπειλή, Soph. O.C. 666.
ἀπείλημα
= ἀπειλή, in pl., Soph.