ἀπειραγαθία
ἀπειραγαθία, ignorance of goodness, folly
ἀπειρ-ᾰγᾰθία, ἡ,
- ignorance of goodness, folly, Hierocl. p.54 A.
desconocimiento de lo bueno, ignorancia
περίστοα τοῖς ὑπὸ τῆς ἀπειραγαθίας θαυμαζομένοις λίθοις διακεκοσμημένα
σκοπὸν γὰρ τὴν χρείαν ἐτίθετο, οὐ τὴν ἀ.
ἐκτὸς πάσης κενοσπουδίας, ἀπειραγαθίας
ἀπειραγαθία, ας (ἡ) [ρᾰγᾰ] inexpérience ou ignorance du bien, Clém. 190, 237, etc.
ἀπειραγαθία, ἡ, Unerfahrenheit im Guten, Clem.Al. paedag. II p. 209 ; Hierocl. Stob. fl. 67.24.