Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀπεικώς
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπέθανον
ἀπέθηκε
ἀπεθίζω
ἀπεθιστέον
ἀπέθρισε
ἀπεῖδον
ἀπειδοποιέω
ἀπειθαρχία
ἀπείθεια
ἀπειθέω
ἀπείθη
ἀπείθημα
ἀπείθην
ἀπειθήνιος
ἀπειθής
ἀπειθία
ἀπειθικώς
ἀπειθόω
ἀπειθῶς
ἀπεικάζω
ἀπεικασία
ἀπείκασμα
ἀπεικασμός
ἀπεικαστέον
ἀπεικαστέος
ἀπεικονίζω
ἀπεικόνισμα
ἀπεικονισμός
ἀπεικονιστέον
ἀπεικότως
ἀπεικώς
ἀπειλείω
ἀπειλέω
ἀπειλή
ἀπείλημα
ἀπείλησις
ἀπειλήτειρα
ἀπειλητήρ
ἀπειλητήριος
ἀπειλητής
ἀπειλητικός
ἀπειλητικῶς
ἀπειληφόρος
ἀπειλικρινέω
ἀπειλίσσω
ἀπείλλω
ἄπειμι
ἀπεινής
ἀπειπεῖν
ἀπεῖπον
ἀπειραγαθέω
ἀπειραγαθία
ἀπειράγαθος
ἀπειραγάθως
Ἀπειραίη
Ἀπειραῖος
ἀπειράκις
ἀπείρανδρος
ἀπείραντος
ἀπειράριθμος
ἀπείραστος
…
ἀπεικώς
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ἀπ·εικώς,
υῖα, ός,
v.
ἀπεοικώς
.
ἀπεικώς
ptc.
van
ἀπέοικα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}