ἀπειλητής
ἀπειλητής, threatener
ἀπειλ-ητής, οῦ, ὁ,
- = ἀπειλητήρ, D.S. 5.31, J. BJ 1.10.4.
amenazador
ἀπειλητὴς ἅμα καὶ σόμβουλος ὤν
ἀ. τε καὶ ἀνατατικοὶ ... ὑπάρχουσι
ἀπειλητής, οῦ (ὁ) [ᾰ] qui menace, DS. 5, 31 ; Jos. B.J. 1, 10, 4.
Étym. ἀπειλέω.
ἀπειλητής, ὁ, = ἀπειλητήρ, Sp.