ἀπειλητήριος
ἀπειλητήριος, of/for threatening
ἀπειλ-ητήριος, α, ον,
- of or for threatening, λόγοι Hdt. 8.112.
amenazador
λόγος
ἀπειλητήριος, α, ον [ᾰ] menaçant, Hdt. 8, 112.
Étym. ἀπειλητήρ.
ἀπειλητήριος, drohend, λόγοι Her. 8.112.
ἀπειλητήριος
ἀπειλέω
- of or for threatening, λόγοι Hdt.