ἀπειληφόρος
amenazador
ἵνα τὰς ἀπειληφόρους ἐκείνας δυνάμεις διαφύγωμεν
ἀγγέλους ἀπειληφόρους
ἀπειλη·φόρος, ος, ον [ᾰ] qui porte la menace, menaçant, Chrys. 1, 654.
Étym. ἀπειλή, φέρω.
ἀπειληφόρος, Drohungen führend, drohend, Sp.
amenazador
ἵνα τὰς ἀπειληφόρους ἐκείνας δυνάμεις διαφύγωμεν
ἀγγέλους ἀπειληφόρους