ἀπειλικρινέω
purificar, purgar
ἵνα ... μόνον ἐάσῃ ἀπειλικρινημένον ἐν ταίς βελτίοσι ῥίζαις τὸν χυμόν
οἱ ὀφθαλμοὺς ὑγιεῖς καὶ ἀπειλικρινημένους πλουτήσαντες
ἀπ·ειλικρινέω-ῶ [ῐῐ] purifier, Syn. 126d ; Rhét. 1, 604 W.
Étym. ἀπό, εἰλικρινής.
ἀπειλικρινέω, absäubern, Synes.