ἀποίκησις
ἀποίκησις, emigration
ἀποίκ-ησις, εως, ἡ, = sq.,
- emigration, Hsch., Suid.; dub. in D.H. 2.36.
emigración Hsch.s.u.
ἀποίκησις, εως (ἡ) émigration, DH. 2, 36 conj.
Étym. ἀποικέω.
ἀποίκησις, ἡ, Auswanderung, bes. Sp.