ἀποιητικός
ἀποιητικός, unpoetical
ἀποιητικός, ή, όν,
- unpoetical, Sch. D.P. 289.
no poético
ἵνα δὲ μὴ πάντη ἀποιητικὸς ᾖ, προσέλεξε καὶ ἱστορίαν
ἀποιητικός, unpoetical
no poético
ἵνα δὲ μὴ πάντη ἀποιητικὸς ᾖ, προσέλεξε καὶ ἱστορίαν