ἀποτραχηλίζω
ἀποτραχηλίζω, strangle
ἀποτρᾰχηλίζω,
- strangle, σχοινίοις Eun. Hist. p.272 D.
estrangular
αὐτοὺς διέφθειρον σχοινίοις ἀποτραχηλίζοντες
ἀπο·τραχηλίζω [ᾰχ] serrer le cou, d’où étrangler, Eun. p. 104, 17.
ἀποτραχηλίζω, Sp., köpfen ; σχοινίοις, erdrosseln.